Eramnesia….
Για την χρονιά που φεύγει, για όσα πήρε μαζί της και για εκείνα που (;) επιφυλάσσει το μέλλον;

  • By:

    Konstantinos Mourtopallas

Η αλήθεια είναι πως η συγγραφή του εν λόγω κειμένου είχε προγραμματιστεί διαφορετικά, αλλά ο καιρός —όπως πάντα— τα ορίζει αλλιώς. Ανέμενα πρώτα την προβολή του documentario για τη Μαρία Κάλλας, παρουσία της πρωταγωνίστριας και αέναης «Αφροδίτης» Monica Bellucci. Αλλά, φευ, η εκδήλωση «μετακυλίστηκε» για το νέο έτος.

Ίσως, βέβαια, αυτό δεν θα έπρεπε να με εκπλήσσει. Ο άνθρωπος, από αρχαιοτάτων χρόνων, υπήρξε πάντοτε ολίγον αναβλητικός. Aρκεί να θυμηθούμε ότι ακόμη και ο Θαλής ο Μιλήσιος επαναλάμβανε στη μητέρα του το «Ούπω καιρός… Ουκέτι καιρός». Ζούμε με τη σιγουριά ότι θα υπάρξει αύριο. Και αυτό αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες υπαρξιακές μας παραδοξότητες. Το αντιπαρέρχομαι, όμως, διότι κινδυνεύει το κείμενο να εκτραπεί από τον σκοπό του.

Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από έναν ιταλικό νεολογισμό (eramnesia), ο οποίος περιγράφει την αίσθηση ότι έχεις γεννηθεί σε λάθος ιστορική εποχή, νιώθοντας έντονη νοσταλγία για ένα εξιδανικευμένο παρελθόν ή μια βαθιά επιθυμία να ζήσεις σε έναν άλλο χρόνο. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια υπαρξιακή στάση: την αντίληψη ότι «ανήκεις» αλλού.

Αν κανείς παρατηρήσει τα wrapped του Spotify, θα δει ότι πολλοί νέοι —ανάμεσά τους και ο γράφων— στρέφονται σε μουσικές προτιμήσεις που εκτείνονται από τις δεκαετίες του ’30 έως του ’80. Η πρώτη ανάγνωση, την οποία υπενθυμίζει ο Sorrentino στο La Grande Bellezza, είναι ότι νοσταλγία αισθάνονται μόνο όσοι δεν έχουν πίστη στο μέλλον. Σε μια δεύτερη, όμως, ανάγνωση, αυτή η αναδρομή δηλώνει την ανάγκη αναζήτησης ουσιαστικότερου νοήματος, το οποίο συχνά απουσιάζει από την εποχή μας.

Αρκεί να ξεκινήσει κανείς από τα τραγούδια, των οποίων οι στίχοι υπήρξαν κάποτε εκφραστικοί βιωμάτων, νοημάτων, κοινωνικών προβληματισμών και βαθύτερων συναισθημάτων. Δεν ξέρω πόσες φορές αναζήτησε κανείς τις προηγούμενες εβδομάδες τραγούδια της Ornella Vanoni (που μας άφησε πριν λίγες ημέρες) για να καταλάβει πως ένα τραγούδι μπορεί να είναι ερωτικό χωρίς να εκχυδαΐζεται, να εκπέμπει αισθησιασμό μόνο με τη φωνή, χωρίς τη μηχανική υποστήριξη των autotunes ή τη σκηνική παρουσία μέτριων καλλιτεχνών.

Στον αντίποδα, η trap cultura προβάλλει μια καθαρή καταναλωτική ματαίωση: αναπαράγεις αυτό που δεν μπορείς να έχεις. Δεν σχετίζεται ούτε με τη musica neomelodica, η οποία —παρά το ότι ορισμένες φορές κανονικοποιεί την οργανωμένη εγκληματικότητα στη Napoli ή στο Palermo— αγγίζει ένα κοινωνικό φαινόμενο: τη μαφία, που ακόμη και μέσω της μουσικής παραγωγής προσπαθεί να νομιμοποιήσει την παρουσία της.

Ζούμε, άλλωστε, σε μια εποχή η οποία συμβιβάζεται με ηθικές και αισθητικές εκπτώσεις. Είμαστε αυτοαναφορικοί χωρίς να γνωρίζουμε τίποτα για εμάς τους ίδιους· είμαστε κριτικοί προς τους άλλους χωρίς να τους παρατηρούμε διεισδυτικά, παρά μόνο επιφανειακά· προάγουμε μια υποτιθέμενη «συμπερίληψη» αδυνατώντας να διαγνώσουμε τις κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτισμικές αποχρώσεις του κόσμου και της εποχής. Οι πάλαι ποτέ εορταστικές συναντήσεις μετετράπησαν σε μισθώσεις Airbnb για συμβατικά ή «αντισυμβατικά» ρεβεγιόν με ετερόκλητες παρέες ή ομοιογενείς ομάδες που, σε συνθήκες ειλικρίνειας, ο ένας δεν θα απηύθυνε τον λόγο στον άλλο.

Οι μεγάλες πόλεις, χάνοντας τα τοπόσημά τους —όπως αποδεικνύει η περιπέτεια και το κλείσιμο του Caffè Greco στη Ρώμη— χάνουν και την ταυτότητά τους, υποκείμενες σ’ αυτό που οι Ιταλοί ορίζουν με τον νεολογισμό disneyficazione. Και μαζί με την ταυτότητά τους χάνουν και τη δυνατότητα να ορίζουν τι εστί κοινωνική συνάντηση και ώσμωση. Γιατί σίγουρα αυτό δεν μπορεί να είναι το σερβίρισμα σε πεζοδρόμια, ως εναλλακτικός «φασαϊσμός».

Και ίσως, μέσα σε αυτή τη συνολική μετατόπιση της κουλτούρας —που αποδομεί το αυθεντικό, εκτοπίζει την ουσία και αναβαπτίζει τη ρηχότητα σε κάτι προοδευτικό— να γίνεται ακόμη πιο ευδιάκριτο και ένα άλλο παράδοξο της εποχής. Βλέποντας ξανά τις ταινίες της Claudia Cardinale, η οποία, πριν γίνει ό,τι καλύτερο μας χάρισε η Ιταλία μετά την cucina italiana, ήθελε να διδάξει, σκεφτόμουν πως το απολύτως αναγκαίο και προοδευτικό αίτημα για ουσιαστική ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών μπορεί σήμερα να συνυπάρχει με μια αλλόκοτη πραγματικότητα. Διότι ολοένα περισσότερα νέα κορίτσια δεν αναζητούν χώρο έκφρασης ή διεκδίκησης στην κοινωνία, στο ακαδημαϊκό, επαγγελματικό ή πολιτικό γίγνεσθαι, αλλά στο Instagram —ούσες αυτοβούλως μέρος μιας καταναλωτικής εργαλειοποίησης που αντιμετωπίζει τη γυναίκα ως προωθητικό μέσο. Και τότε αναρωτιέται κανείς: τι είναι πραγματικά προοδευτικό για μια νέα γυναίκα σήμερα; Η αισθητική της Chiara Ferragni και του Fedez ή η εποχή που εξέφρασε η Claudia Cardinale, η οποία μέσα σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον μπόρεσε όχι μόνο να επιβάλει την προσωπικότητά της, αλλά και να αναπτύξει σημαντική ακτιβιστική δράση;

Κι ίσως, μέσα σε όλο αυτό το μωσαϊκό αντιφάσεων —της νοσταλγίας, της επιφανειακής σύγχρονης κουλτούρας, των αλλοιωμένων προτύπων και της αναζήτησης ουσίας— να μην είναι τυχαίο ότι μόνο ο μεγάλος maestro του σύγχρονου κινηματογράφου, ο Paolo Sorrentino, κατάφερε ξανά να τα συνθέσει με τρόπο σχεδόν αφοπλιστικό. Στη νέα του ταινία La Grazia, η συνύπαρξη τραγουδιών του Gue με διλήμματα βιοηθικής και συνταγματικής τάξης αποκαλύπτει πως η ειρωνεία —αυτή η λεπτή, σχεδόν σιωπηλή ειρωνεία— παραμένει η ύψιστη μορφή αντίστασης απέναντι στον παραλογισμό της εποχής.

Την είδα ante prima, έναν μήνα πριν, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθηνών. Δεν θα επεκταθώ, όμως· όχι γιατί δεν έχω τι να πω, αλλά γιατί η ταινία κλείνει με ένα ερώτημα που μου φάνηκε αρκετό για να συνοψίσει όχι μόνο το έργο, αλλά και την ανθρώπινη διαδρομή μας.

Di chi sono i nostri giorni? Για ποιον είναι, τελικά, οι μέρες μας;

We care about our mobile visitors, so we designed our site friendly for them.